Ειδικότερα, όπως αναφέρει έκθεση του στελέχους της ΠΑΣΕΓΕΣ, κ. Δήμητρας Μάρδα, η παραγωγή του κοινού σίτου ανήλθε στους 135 εκ. τ (+9,1%), του κριθαριού στους 60 εκ. τ (+10,2%) και του αραβοσίτου στους 64,3 εκ. τ (+10,7%).
Πιο αναλυτικά, τώρα, από τις κύριες παραγωγικές χώρες της ΕΕ και στο σύνολο των σιτηρών, καταγράφεται πλήρης ανάκαμψη στην Ισπανία (+50%) και τη Ρουμανία (+52%), μικρή αύξηση τη Γερμανία (+3,8%) , 0,6% αυξήσεις στη Γαλλία και Πολωνία, ενώ η Ιταλία είναι η μόνη από τις μεγάλες παραγωγικές χώρες όπου καταγράφεται μείωση (-1,9%) λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών που επεκράτησαν στο βόρειο τμήμα της χώρας αυτής.
Σύμφωνα με στοιχεία της COCERAL, σε Κοινοτικό επίπεδο κατά το 2013 όλα τα σιτηρά εμφανίζουν αυξημένη εσοδεία πλην του σκληρού σίτου, όπου καταγράφεται μείωση εκτάσεων (-8,4%) και παραγωγής (-1,3%) στους 8,1 εκ.τ.
Ελαιούχες καλλιέργειες
Στον τομέα των ελαιούχων[1] καλλιεργειών καταγράφεται σημαντική αύξηση παραγωγής για το σύνολο των ελαιούχων (ελαιοκράμβη, ηλίανθος, σόγια, λινάρι). Η παραγωγή ελαιοκράμβης ήταν αυξημένη κατά 6,5% στους 20,5 εκ. τ , ενώ η παραγωγή ηλιάνθου ήταν εξαιρετικά αυξημένη (+20,4%, στους 8,2 εκ. τ) παρά την πολύ μικρότερη αύξηση των εκτάσεων (+4%).
Σαν πρώτη παραγωγική χώρα ηλιάνθου στην Κοινότητα εμφανίζεται η Ρουμανία με παραγωγή 2 εκ.τ μετά από πλήρη ανάκαμψη (+65%), ενώ η παραγωγή της Βουλγαρίας αυξήθηκε επίσης σημαντικά (+13%) στους 1,5 εκ. τ.
Η παραγωγή ελαιοκράμβης στην Γερμανία –πρώτη παραγωγική χώρα της Κοινότητας για στο προϊόν αυτό- ανήλθε στους 5,8 εκ.τ αυξημένη κατά 20%.
Σύμφωνα με συγκριτικές στην αγορά του Αμβούργου, πτωτική πορεία ακολουθούν από τον Ιούνιο του 2013 οι τιμές ελαιοκράμβης και των προϊόντων της (κραμβέλαιο, πίττα) . Η πτώση CIF τιμών της πίττας είναι ιδιαίτερα έντονη.
Όπως επισημάνθηκε κατά την παρουσίαση της COCERAL, συνεχή γραμμική άνοδο καταγράφει κατά τα τελευταία 15 χρόνια στην παγκόσμια αγορά η κατανάλωση πίττας σόγιας και συνολικά πρωτεϊνούχου πίττας. Αξιοσημείωτο είναι ότι κατά την τελευταία 5ετία, το 1/3 περίπου της παραγωγής πρωτεϊνούχου πίττας προέρχεται από τη βιομηχανία παραγωγής βιοκαυσίμων (DDGS, πίττα ελαιοκράμβης και ηλιάνθου), ενώ προκειμένου περί της ΕΕ28, κατά τις δύο τελευταίες εμπορικές περιόδους 2012/13 και 2013/14 η συμμετοχή της πίττας που προέρχεται από τη βιομηχανία βιοκαυσίμων στη συνολική κατανάλωση ζωοτοφικής πίττας εκτιμάται σε ποσοστό άνω του 42%.
Στο σύνολο των πρωτεϊνούχων[2] καλλιεργειών της Κοινότητας, αυξητική τάση παρουσίασαν κατά το 2013 τόσο οι εκτάσεις (+5,9%) όσο και η παραγωγή (+13,9%) στους 2,6 εκ.τ.
πηγή ΠΑΣΕΓΕΣ
