Ξαναβρίσκει σιγά - σιγά τα πατήµατά του στον κάµπο το ρεβίθι, καθώς οι καλλιεργητές του ανακτούν την ξεχασµένη για πολλά χρόνια τεχνογνωσία, ενώ οι σύγχρονες καταναλωτικές τάσεις διευρύνουν τη ζήτησή του.

«Μετά την καλλιέργεια ρεβιθιού, ό,τι και να σπείρεις, αποδίδει καλή σοδειά, καθώς τα χωράφια ξεκουράζονται», είπε στην Agrenda ο Αχιλλέας Ξεσφιγκούλης, παραγωγός από τη Λάρισα. Μάλιστα, φέτος, σύµφωνα µε τον Γιώργο Αποστολίδη, παραγωγό από τα Φάρσαλα, «τα χωράφια, στα οποία πέρσι καλλιεργήθηκε ρεβίθι, παρήγαν 50 – 100 κιλά το στρέµµα παραπάνω σιτάρι από χωράφια, όπου δεν είχε εφαρµοστεί αµειψισπορά». 

Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά τη συγκαλλιέργεια. Για παράδειγµα, όπως υπογράµµισε ο κ. Ξεσφιγκούλης, κτήµα µε συγκαλλιέργεια καλαµποκιού – ρεβιθιού απέδωσε 1.300 κιλά καλαµπόκι, 300 κιλά παραπάνω από ένα κτήµα, όπου δεν εφαρµόστηκε συγκαλλιέργεια µε ρεβίθι. Αυτό οφείλεται στις µεγάλες ποσότητες αζώτου, που δεσµεύουν γενικότερα τα ψυχανθή από την ατµόσφαιρα. 



Επίσης, οι παραγωγοί έχουν τη δυνατότητα να χρησιµοποιούν τα αποθέµατα ρεβιθιών, αφού τα αλέσουν, ως ζωοτροφή δεδοµένου ότι το ρεβίθι είναι πλούσιο σε πρωτεΐνες. 

Επιπλέον, αυτό το όσπριο απολαµβάνει µεγάλης ζήτησης, καθώς η εγχώρια αγορά δεν καλύπτεται από τις παραγόµενες ποσότητες στην Ελλάδα, µε το µεγαλύτερο µέρος της να καλύπτεται από εισαγόµενο από τρίτες χώρες ρεβίθι, κυρίως από το Μεξικό. 

Μεγαλύτερη ζήτηση ανάµεσα στις ποικιλίες ρεβιθιών έχουν οι µεγαλόσπερµες ποικιλίες και ειδικά το πιο χοντρό και άσπρο «Μακαρένα». Για αυτά τα ρεβίθια η τιµή παραγωγού αναµένεται να διαµορφωθεί στο 1 – 1,30 ευρώ το κιλό, 10 – 20 λεπτά υψηλότερα από τα µικρόσπερµα ρεβίθια. «Με αυτήν την τιµή, αν η παραγωγή ξεπερνά τα 200 κιλά, υπάρχει κέρδος για τον παραγωγό», επισηµαίνουν παραγωγοί ρεβιθιού «µε δεδοµένο ότι για την ξηρική καλλιέργεια το κόστος διαµορφώνεται στα 100 ευρώ το στρέµµα» (σε περίπτωση ιδιόκτητου κτήµατος). 

Φέτος η παραγωγή αναµένεται να κυµανθεί από 180 έως 220 κιλά το στρέµµα, µεγαλύτερη από πέρσι, που διαµορφώθηκε στα 100 – 170 κιλά το στρέµµα ανάλογα µε την περιοχή. Η αναµενόµενη αυξηµένη φετινή παραγωγή οφείλεται στις πολλές βροχοπτώσεις, που σηµειώθηκαν την άνοιξη και την απουσία καύσωνα τον Μάιο και τον Ιούνιο, την περίοδο της ανθοφορίας, συνθήκες που συνέβαλαν στη φυσιολογική ανάπτυξη και καρπόδεση του ρεβιθιού. 

Βέβαια, σε ορισµένες περιοχές η παραγωγή χάθηκε λόγω της ασκοχύτωσης, της κυριότερης ασθένειας, η οποία προσβάλλει την καλλιέργεια ρεβιθιού, και εµφανίζεται την άνοιξη µε τις πρώτες βροχές σε περίπτωση που ο σπόρος είναι µολυσµένος ή υπάρχουν µολυσµένα φυτικά υπολείµµατα προηγούµενων ετών ή γειτονικές µολυσµένες καλλιέργειες ρεβιθιών. 

Από την Ασία
Η ρεβιθιά κατάγεται από την Ασία και σήµερα καλλιεργείται σε πολλές χώρες τόσο της Ασίας, όσο και της νότιας Ευρώπης, αλλά και της νότιας και κεντρικής Αµερικής. Η Ινδία είναι πρώτη στον κόσµο σε παραγωγή ρεβιθιών και ακολουθούν η Ισπανία, η Αλγερία, η Ιταλία, η Αίγυπτος, η Αργεντινή και η Ελλάδα. Αξίζει να σηµειωθεί ότι η ρεβιθιά είναι εξαιρετικά ανθεκτική στην ξηρασία και αποδίδει καλά σε φτωχά εδάφη χωρίς ιδιαίτερες περιποιήσεις, ενώ πολλαπλασιάζεται µε σπορά κατά τους φθινοπωρινούς κυρίως µήνες. 



Στη Θεσσαλία βρίσκεται το περισσότερο ρεβίθι
Αυτές τις µέρες πραγµατοποιείται η συγκοµιδή για τα περισσότερα ρεβίθια, η οποία έχει ξεκινήσει από την προηγούµενη εβδοµάδα. 

Οι κυριότερες περιοχές της καλλιέργειας είναι η Λάρισα, τα Φάρσαλα, ο ∆οµοκός, η Καρδίτσα, ενώ µικρές ποσότητες παράγονται και στις Σέρρες. Αξίζει να σηµειωθεί ότι «η µέση απόδοση της καλλιέργειας είναι έως 250 κιλά το στρέµµα», επισηµαίνει ο παραγωγός Αχιλλέας Ξεσφιγκούλης. Σύµφωνα µε τα στοιχεία του Υπ.A.A.T., το 2013 καλλιεργήθηκαν στην Ελλάδα 4.816.620 στρέµµατα ρεβίθια, εκ των οποίων 3.057.320 µεσόσπερµα. Οι κυριότερες πιστοποιηµένες ποικιλίες είναι οι: 1) «Θήβα»: µεγαλόσπερµη, µε µεγάλο, στρογγυλό, ανοιχτο - κίτρινο καρπό µε ανώµαλη αυλακωτή επιφάνεια. Επίσης, είναι ευαίσθητη στην ασκοχύτωση, µε µέση στρεµµατική απόδοση 150 - 200 κιλά το στρέµµα σε ξηρικά χωράφια.  2)«ΑΜΟΡΓΟΣ»: µεσόσπερµη ποικιλία, µε ανθεκτικότητα σε όλες τις φυλές της ασκοχύτωσης που υπάρχουν στην Ελλάδα και µέση στρεµµατική απόδοση 160 - 220 κιλά το στρέµµα σε ξηρικά χωράφια.Σύµφωνα µε τον παραγωγό Γιώργο Αποστολίδη, η καλλιέργεια µικρόσπερµων ποικιλιών έχει µικρότερο κόστος από αυτή των µεγαλόσπερµων. 
Συγκεκριµένα, διαµορφώνεται στα 50 – 60 ευρώ το στρέµµα, σχεδόν το µισό από το κόστος παραγωγής των µεγαλόσπερµων ποικιλιών. 
Από την άλλη, ωστόσο, οι µικρόσπερµες ποικιλίες έχουν µικρότερη εµπορική αξία.

πηγή Αγρονέα