Αν και η Διατλαντική Συμφωνία Εταιρικής Σχέσης Εμπορίου και Επενδύσεων (TTIP) πρόκειται να απολέσει το μεγαλύτερο οικονομικό ντηλ στον κόσμο με τους αναλυτές να εκτιμούν ότι θα προκύψει οικονομικό όφελος ύψους 120 δισ. ευρώ για την ΕΕ και 95 δισ. ευρώ για τις ΗΠΑ, οι διαπραγματεύσεις δεν προχωρούν με γοργό ρυθμό καθώς σκοντάφτουν σε αγροτικά (προστασία ΠΟΠ-ΠΓΕ, γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα, κλπ) και τεχνικά ζητήματα.
Η TTIP αφορά περίπου στο 50% των παγκόσμιων οικονομικών συναλλαγών (ύψους σχεδόν 1 τρισ. ευρώ σε αξία αγαθών και υπηρεσιών) και θα βοηθήσει στη δημιουργία εκατομμύρια θέσεων εργασίας στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Η διατλαντική συμφωνία αφορά στη διαμόρφωση ενός νέου πλαισίου συνεργασίας με κύρια χαρακτηριστικά την εξάλειψη διαδικαστικών και δασμολογικών εμποδίων, όπως και την εναρμόνιση κανονισμών και ρυθμίσεων, με απώτερο στόχο τη δημιουργία μίας ελεύθερης ζώνης εμπορίου και επενδύσεων.
Στις Βρυξέλλες υποστηρίζουν ότι η μέση ευρωπαϊκή οικογένεια μπορεί να ενισχυθεί έως και κατά 545 ευρώ από την πλήρη εφαρμογή της προωθούμενης συμφωνίας.
Στην Ουάσιγκτον προβλέπουν συνολικά τη δημιουργία 15 εκατ. νέων θέσεων εργασίας και μισθολογικές αυξήσεις στο επίπεδο του 0.5%. Η διατήρηση της αυστηρής νομοθεσίας με αντικείμενο τα γενετικά μεταλλαγμένα προϊόντα φέρεται να αποτελεί κόκκινη γραμμή για την ΕΕ, την ώρα που οι ΗΠΑ προβάλλουν ζητήματα τα οποία άπτονται της προστασίας των Προϊόντων Ονομασίας Προέλευσης και Προϊόντων Γεωγραφικής Ένδειξης, καθώς και του προστατευτικού καθεστώτος στον τομέα των κλωστοϋφαντουργικών.
Αγκάθια στη συμφωνία τα ΠΟΠ-ΠΓΕ και τα Γ.Τ.Ο.
Η Ελλάδα ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τον αγροτικό τομέα και ιδίως για τους κανόνες καταγωγής προϊόντων, όπως η φέτα. Κοινωνικές ομάδες και οικολογικές οργανώσεις επισημαίνουν κινδύνους που αφορούν σε διατροφικά και περιβαλλοντικά ζητήματα. Μικρομεσαίες επιχειρήσεις επιχειρούν να διασφαλίσουν το ρόλο τους έναντι πολυεθνικών εταιρειών και ισχυρών επιχειρηματικών ομάδων.
Γενική αίσθηση είναι ότι η συμφωνία θα καθυστερήσει, αλλά τελικώς θα επιτευχθεί, σε μία περίοδο αυξημένου διεθνούς ανταγωνισμού λόγω της ανέλιξης των αναδυόμενων οικονομιών.
(Με πληροφορίεςαπό τη Ναυτεμπορική)
